Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Προς το καλοκαίρι μου..


Ήταν Φθινόπωρο... Μελαγχολικό και αδιάφορα ρομαντικό, όπως τόσα άλλα που πέρασαν και δεν άφησαν τίποτα… Μα συχνά, αρκετά συχνά, όλο και περισσότερο, ένα γλυκό αεράκι μ’ έκανε να νιώθω ένα φτερούγισμα στα στήθη κι ένα χάδι στο πρόσωπο..
Πέρασε και ήρθε ο Χειμώνας.. Τα βράδια κοντά στο τζάκι, φωτιζόταν τώρα όχι άσκοπα, όχι μόνο για ντεκόρ, αλλά με ταξίδευαν… Και το χάδι μου αυτό, με συντρόφευε κάθε που άναβε μια μικρή φωτίτσα, που φλόγες μεγάλες ξεπηδούσαν απ’ τα ξύλα, που δρόσιζε τα χείλη μου το αγαπημένο μου κόκκινο κρασί… ώσπου έμενε η θράκα να μου δείχνει πως το ταξίδι μου τέλειωσε..
Ήταν, πρώτη φορά, τόσο υπέροχο αυτό το παιχνίδι της καρδιάς, που ως και το μυαλό μου το αυστηρό, το «των ορίων», ακολουθούσε με χαρά..
Έγινε έτσι ο Χειμώνας μου, αγαπημένος.. και η Άνοιξη, έφερε και γύρω μου, αυτό που είχα μέσα μου.. Πόσες ώρες ατέλειωτες, γλυκές, μοναδικές, πέρασα κρατώντας αυτό το γλυκό χάδι να μου τα κάνει όλα αλλιώτικα.. Πόσα «θέλω» άρχισαν να ξεπηδούν, που τα ‘χα ξεχασμένα, ή μου ήταν τελείως άγνωστα, ως τώρα…
Να κάνει το μυαλό μου ταξίδια, σε μέρη εξωτικά, να ανοίγει η καρδιά μου πόρτες σφραγισμένες, για μέρη ερωτικά…
Και είμαστε τώρα, να βλέπουμε το καλοκαίρι, με μια αγκαλιά που να ενώνει δυο κόσμους, που να μικραίνει τις αποστάσεις, που να παίρνει και τον πόνο μαζί, σαν να ‘ναι ο καλύτερος φίλος..
Εγώ εδώ, ξέρω τι θέλω.. Ξέρω το «θέλω».. και μένω με τα χέρια ανοικτά, να γίνουν η αγκαλιά μου.. Πονάει πολύ που μένει άδεια, μα αξίζει μια στιγμή να έρθει κι ας ξέρω πως δεν θα τη χορτάσω ποτέ..
Πιο τρελό κι απ’ τα όνειρά μου, κι από μένα τον ίδιο, να περιμένω πως κάπου, κάπως, κάποτε, θα ‘ρθει… και δεν θα φεύγει..Και δεν με νοιάζει γι’ αυτό, μια ζωή να περιμένω..